Η βιοψία νεφρού είναι μια εξέταση που πραγματοποιείται για την διερεύνηση και οριστική διάγνωση νεφρικών νοσημάτων (κατά κύριο λόγο σπειραματονεφρίτιδες), σε επιλεγμένη ομάδα ασθενών με σπειραματική αιματουρία, λευκωματουρία (εφόσον είναι σημαντικού βαθμού και συνυπάρχουν και άλλες ενδείξεις νεφρικής νόσου, ή συστηματικός ερυθηματώδης λύκος) και ανεξήγητη πρόσφατης έναρξης επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, ή τέλος με ποικίλους συνδυασμούς των παραπάνω. Η εξέταση προγραμματίζεται εφόσον αναμένεται να αντληθούν πληροφορίες για τον καθορισμό της πρόγνωσης (δηλαδή της εξέλιξης της υποκείμενης νόσου) και της θεραπευτικής αγωγής. Γίνεται με τοπική αναισθησία με ειδική βελόνα βιοψίας που εισάγεται μέσω του δέρματος έως το νεφρό (διαδερμική βιοψία νεφρού). Η εντόπιση του νεφρού και της ακριβούς θέσης προώθησης της βελόνας γίνεται με υπερηχογραφικό ή με ακτινολογικό έλεγχο, αναλόγως του κέντροπυ που πραγματοποιεί την βιοψία. Ένα μικρό ιστοτεμάχιο από το νεφρό λαμβάνεται με την βελόνα και στην συνέχεια εξετάζεται ιστολογικά στο οπτικό και το ηλεκτρονικό μικροκόπιο καθώς επίσης και ανοσο-ιστοχημικά (ανοσοφθορισμός). Τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι συνήθως διαθέσιμα σε μερικές ημέρες. Μετά την εξέταση συνηθίζεται η παραμονή στο Νοσοκομείο για ένα 24ωρο για παρακολούθηση και αντιμετώπιση των ενδεχόμενων επιπλοκών.

Δεδομένου ότι η βιοψία νεφρού είναι εν δυνάμει 'αιματηρή' μέθοδος πρέπει να προηγείται προσδιορισμός του αριθμού των αιμοπεταλίων (γενική εξέταση αίματος) και έλεγχος της πήξης του αίματος (InR, PT, aPTT). Επίσης, φάρμακα που αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας (για παράδειγμα, ασπιρίνη και μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) πρέπει να διακόπτωνται τουλάχιστον μια εβδομάδα πριν τη βιοψία νεφρού, ενώ φάρμακα που περεμποδίζουν τον σχηματισμό των θρόμβων (για παράδειγμα, κλοπιδογρέλη-Plavix, Iscover, βαρφαρίνη-Sintrom και ηπαρίνη) διακόπτωνται επίσης σε χρόνο που καθορίζεται κατά περίπτωση. Επίσης, πρέπει να προηγείται υπερηχογράφημα νεφρών για την εκτίμηση του μεγέθους των νεφρών και τον αποκλεισμό τυχόν ανατομικών ανωμαλιών που μπορεί να δημιουργήσουν πρόβλημα ή να αποτελούν σχετικές ή απόλυτες αντένδειξεις για την διαδερμική βιοψία (μονήρης νεφρός, παρουσία κύστεων, πεταλοειδής νεφρός, ρικνά νεφρά, υδρονέφρωση), καθώς επίσης και καλλιέργειας ούρων για να αποκλειστεί η παρουσία ενεργού λοίμωξης. Στις απόλυτες αντενδείξεις για την διαδερμική βιοψία νεφρού περιλαμβάνονται ο μονήρης νεφρός (παρότι σήμερα αυτό αμφισβητείται), οι ρικνοι νεφροί (δεδομένου ότι η νόσος θεωρείται ιδιαίτερα προχωρημένη), η μη ελεγχόμενη κακοήθης υπέρταση, η μη ελεγχόμενη αιμορραγική διάθεση και η αδυναμία συνεργασίας του ασθενούς.

Οι επιπλοκές της βιοψίας νεφρού σπάνια είναι σοβαρές.

  • Η αιμορραγία είναι η συχνότερη και δυνητικά σοβαρότερη επιπλοκή. Σχεδόν σε όλους τους ασθενείς παρατηρείται παροδική μικροσκοπική αιματουρία και σε ένα ποσοστό 3-18% αθρόα μακροσκοπική αιματουρία. Περίπου στους μισούς ασθενείς υπάρχει πτώση της αιμοσφαιρίνης κατά 1g/dl (δηλαδή του αιματοκρίτη κατά 3%), και σε ποσοστό περίπου 6% των ασθενών απαιτείται μετάγγιση ερυθρών. Τέλος, ιδιαίτερα σπάνια, σε ποσοστό έως 0,4% χρειάζεται επεμβατική αντιμετώπιση για τον έλεγχο της αιμορραγίας και ενδεχομένως νεφρεκτομή (περίπου 0,3%).
  • Ο πόνος στην θέση της παρακέντησης είναι γενικά ήπιος και υποχωρεί μέσα σε λίγες ώρες.
  • Σε ορισμένες περιπτώσεις λόγω του ιστικού τραυματισμού στο νεφρό δημιουργείται αρτηριοφλεβική αναστόμωση (επικοινωνία ενός αρτηριακού με ένα φλεβικό αγγείο). Η επιπλοκή αυτή είναι συνήθως αθώα και η αναστόμωση κλείνει με την πάροδο του χρόνου.